Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ - ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΙΣ. ΓΙΟΥΚΙΟ ΜΙΣΙΜΑ.

     Το μικροκαμωμένο χλομό αγόρι ήταν αφύσικα ευαίσθητο και προσέδιδε σε οποιαδήποτε γνωριμία, όσο και σύντομη να ήταν, σημασία. «Η παλαιότερη ανάμνησή μου, αναντίρρητα αυτή που με καταδιώκει με μια ασυνήθιστα έντονη εικόνα, χρονολογείται από εκείνη την εποχή (όταν ήταν τεσσάρων)... Ήταν ένας νεαρός άντρας ο οποίος ερχόταν προς το μέρος μας με όμορφα, ροδαλά μάγουλα και φωτεινά μάτια, φορώντας μια βρόμικη κορδέλα γύρω από το κεφάλι του για τον ιδρώτα. Κατέβηκε την πλαγιά κουβαλώντας στον ώμο του ένα ζυγό με δυο κουβάδες ακαθαρσίες... Ήταν ο βοθροκαθαριστής, αυτό που μάζευε τα περιττώματα. Ήταν ντυμένος όπως οι εργάτες, με σκισμένες τις μύτες των παπουτσιών του, που είχαν λαστιχένιες σόλες και μαύρο κάλυμμα από καραβόπανο, και βαθύ μπλε βαμβακερό παντελόνι από αυτά τα εφαρμοστά που λέγεται ότι “τραβούν τους μηρούς”... Το εφαρμοστό μπλουτζίν διέγραφε το κάτω μισό μέρος του σώματός του, το οποίο κινούνταν λυγερά και έμοιαζε να ερχόταν κατευθείαν επάνω μου. Μια απερίγραπτη λατρεία γι’ αυτά τα παντελόνια γεννήθηκε μέσα μου... Το επάγγελμά του μου έδινε την αίσθηση της “τραγωδίας” με την πιο αισθησιακή σημασία της λέξης».
     Ακόμη μία από τις πρώτες αναμνήσεις του Μισίμα ήταν ένα εικονογραφημένο βιβλίο: «Έως εκείνη την εποχή είχα αρκετά εικονογραφημένα βιβλία, όμως μόνο ένα είχε καταλάβει τη φαντασία μου, σε τέλειο και αποκλειστικό βαθμό, και αυτό μόνο με μία εικόνα που με είχε καθηλώσει». Ήταν ένα σχέδιο το οποίο κοίταζε επίμονα για ώρες και ένιωθε ότι όφειλε να μην το λατρεύει. «Η εικόνα έδειχνε έναν ιππότη πάνω σε άσπρο άλογο να κρατά ψηλά ένα ξίφος... Πάνω στην ασημένια πανοπλία που φορούσε ο ιππότης υπήρχε ένα πανέμορφο οικόσημο. Το ωραίο πρόσωπο του ιππότη κρυφοκοίταζε μέσα από την προσωπίδα και κράδαινε το γυμνό ξίφος του με τρομακτικό τρόπο στο γαλάζιο ουρανό. Ήταν αντιμέτωπος είτε με το Θάνατο, είτε, τουλάχιστον, με κάποιο πράγμα που είχε εξαπολυθεί γεμάτο μοχθηρή δύναμη. Πίστευα ότι την επόμενη στιγμή θα σκοτωνόταν». Η σκέψη του επικείμενου θανάτου του όμορφου ιππότη σαγήνευσε το παιδί. Η απογοήτευσή του όμως ήταν μεγάλη μόλις η γκουβερνάντα του είπε ότι ο ιππότης ήταν γυναίκα, Η Ιωάννα της Λορένης. «Ένιωσα σαν να με είχαν ρίξει κάτω αναίσθητο. Το άτομο που είχα φανταστεί ήταν αυτός όχι αυτή. Αν αυτός ο όμορφος ιππότης ήταν γυναίκα και όχι άντρας, τότε τί είχε απομείνει;» Έπρεπε να είναι άντρας, αλλιώς ο θάνατός του δεν θα προ καλούσε συγκίνηση. Για να γίνει πιο σαφής παρέθεσε τον Όσκαρ Ουάιλντ:
Όμορφος είναι ο ιππότης που κείτεται σκοτωμένος
Ανάμεσα στα βούρλα και στις καλαμιές...
     Ο Θάνατος γοήτευε τον Μισίμα. «Ακόμα μία ανάμνηση: είναι η μυρουδιά του ιδρώτα, μια μυρουδιά που με οδηγούσε παραπέρα, ξυπνούσε τις επιθυμίες μου, με κυρίευε... Ήταν τα στρατεύματα που περνούσαν από την αυλόπορτά μας καθώς επίστρεφαν από τα γυμνάσια... Η μυρουδιά του ιδρώτα των στρατιωτών· αυτός ο ιδρώτας σαν θαλασσινό αεράκι, σαν τον άνεμο, που γίνεται χρυσαφένιος πάνω από την ακτή – με χτυπούσε στα ρουθούνια και με μεθούσε».


* * * * * * *

Anne Clark - Heaven
.

1 σχόλιο:

Tales from the other side of town είπε...

Απόσπασμα από το βιβλίο:
Γιούκιο Μισίμα. Η ζωή και ο θάνατός του, του Χένρυ Σκοτ Στόουκς, εκδ. Καστανιώτη, 2007, μετ.: Μ. Φακίνου.